Η πλημμελής κατοχύρωση του δικαιώματος του παιδιού σε ανατροφή και από τους δύο γονείς από τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου

Εισήγηση από την Δικηγόρο κα Μ. Μπλιάτη, στην ημερίδα “Πέρα από τα φύλα. Ζητήματα Ισότητας γονέων στην ανατροφή των Παιδιών”- Β’ Θεματική Ενότητα, 2009-1-21

5 Αυγούστου 2012

Μαρία Μπλιάτη, Δικηγόρος, Ειδική Επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη

..(*)

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία έχει κυρωθεί στη χώρα μας με το Ν.2101/1992, που διαθέτει αυξημένη τυπική ισχύ, κατ’άρθρο 28 του Συντάγματος, αποτελεί το σημαντικότερο διεθνώς νομικό κείμενο για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Στη Σύμβαση αυτή (στο εξής ΔΣΔΠ) το δικαίωμα του παιδιού σε ανατροφή και από τους δύο γονείς κατοχυρώνεται σε μια σειρά άρθρων, πράγμα που αποδεικνύει την ιδιαίτερη σημασία που του αποδίδεται.

Το άρθρο 7 ορίζει ότι «Το παιδί εγγράφεται στο ληξιαρχείο αμέσως μετά τη γέννησή του και έχει από εκείνη τη στιγμή το δικαίωμα του ονόματος, το δικαίωμα να αποκτήσει ιθαγένεια και, στο μέτρο του δυνατού, το δικαίωμα να γνωρίζει τους γονείς του και να ανατραφεί από αυτούς» (παρ.1). Το άρθρο 8 κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού ‘για τη διατήρηση της ταυτότητάς του,…συμπεριλαμβανομένων και των οικογενειακών σχέσεών του’. Το άρθρο 9 (παρ.3) προβλέπει ειδικότερα ότι «Τα συμβαλλόμενα κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού που ζει χωριστά από τους δύο γονείς του ή από τον ένα από αυτούς να διατηρεί κανονικά προσωπικές σχέσεις και να έχει άμεση επαφή με τους δύο γονείς του, εκτός αν αυτό είναι αντίθετο με το συμφέρον του παιδιού» και αποτελεί το κατ’εξοχήν άρθρο που θεμελιώνει το δικαίωμα επικοινωνίας στις περιπτώσεις διαζυγίου ή διάστασης, ή παιδιού γεννημένου εκτός γάμου, του οποίου οι γονείς δεν συμβιώνουν.

Τέλος, το άρθρο 18 (παρ.1 εδ.α’) ορίζει με τρόπο πανηγυρικό ότι : «Τα συμβαλλόμενα κράτη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξασφάλιση της αναγνώρισης της αρχής, σύμφωνα με την οποία και οι δύο γονείς είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή του παιδιού και την ανάπτυξή του».

Όπως προκύπτει αβίαστα από την απλή ανάγνωση των πιο πάνω άρθρων, η ΔΣΔΠ δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ των γονέων με βάση το φύλο, αναφερόμενη πάντα στον ουδέτερο όρο γονέας, ούτε με βάση την ύπαρξη ή μη νομικού δεσμού μεταξύ των γονέων, και, τέλος, κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού σε ανατροφή και από τους δύο γονείς από το χρονικό σημείο της γέννησής του.

Η κατοχύρωση όμως του δικαιώματος του παιδιού σε ανατροφή και από τους δύο γονείς από τις διατάξεις του εσωτερικού μας δικαίου δεν είναι εξίσου ικανοποιητική για όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως.

Όσον αφορά τα παιδιά, των οποίων οι γονείς έχουν τελέσει μεταξύ τους γάμο, αλλά και τα παιδιά που γεννιούνται πλέον από γονείς που έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ τους (άρ.10 ν.3719/2008), το δικαίωμά τους αυτό κατοχυρώνεται πλήρως, κατά τη διάρκεια του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης.

Προκειμένου όμως για παιδιά χωρισμένων γονέων (διαζευγμένων ή εν διαστάσει, αλλά και των οποίων ο γάμος έχει ακυρωθεί) και ομοίως για τα παιδιά το σύμφωνο συμβίωσης των γονέων των οποίων έχει λυθεί, καθώς και για παιδιά γεννημένα σε ελεύθερη ένωση των γονέων τους, το δικαίωμα στην από κοινού από τους δύο γονείς ανατροφή κατοχυρώνεται πλημμελώς, αφού η άσκηση της γονικής μέριμνας και από τους δύο γονείς στις περιπτώσεις αυτές εξαρτάται από μια σειρά προϋποθέσεων.

Αναλυτικότερα.

1. Γονική μέριμνα παιδιών γεννημένων σε γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης των γονέων, στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της έννομης σχέσης των τελευταίων

Με το άρ.1510 ΑΚ εισήχθη, κατά την καθοριστικής σημασίας αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου που πραγματοποιήθηκε το 1983, ο κανόνας της κοινής, και από τους δύο γονείς, άσκησης της γονικής μέριμνας, ο οποίος εξειδικεύοντας τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας των φύλων στον χώρο του οικογενειακού δικαίου, έθεσε τέρμα στην πατρική εξουσία, που ίσχυε ως τότε (προϊσχύσαν άρ.1500 ΑΚ). Έτσι, έπαυσε πλέον η απόλυτη εξουσία του ενός μόνο γονέα επί του τέκνου και αντικαταστάθηκε από τη διασφάλιση της κοινής φροντίδας από τους δύο γονείς, η οποία -κατά κοινή ομολογία- προφανώς συμφέρει περισσότερο στο παιδί .

Ο πρόσφατος νόμος 3719/08, με τίτλο «Μεταρρυθμίσεις για την Οικογένεια, το Παιδί, την Κοινωνία και άλλες διατάξεις», διασφαλίζει τον ίδιο βαθμό κατοχύρωσης του δικαιώματος και για τα παιδιά που γεννήθηκαν από γονείς που υπέγραψαν σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ τους, δεδομένου ότι για τη γονική μέριμνα αυτών ρητά ορίζει ότι ‘ανήκει στους δύο γονείς και ασκείται από κοινού’, και κατά τα λοιπά παραπέμπει στις διατάξεις του ΑΚ για τη γονική μέριμνα τέκνων γεννημένων σε γάμο (άρ.10 παρ.1).

Ωστόσο, ο κανόνας αυτός ισχύει όσο διαρκεί αδιάσπαστος ο έγγαμος βίος των συζύγων-γονέων ή η κατοχυρωμένη με το πιο πάνω σύμφωνο συμβίωση των γονέων, διότι σε περίπτωση διαζυγίου ή διακοπής της συμβίωσης και ακύρωσης του γάμου, όπως και σε περίπτωση λύσης του συμφώνου (άρ.10 παρ.2 ν.3719/08), ο νόμος προβλέπει ότι για την άσκηση της γονικής μέριμνας αποφασίζει το δικαστήριο (άρ.1513 & 1514 ΑΚ). Οι επιλογές του Δικαστή δε στις περιπτώσεις αυτές είναι οι ακόλουθες : α) να αναθέσει τη γονική μέριμνα -στο σύνολό της- στον ένα γονέα, β) να την αναθέσει στους δύο γονείς από κοινού, μόνο εφόσον συμφωνούν και έχουν ορίσει τον τόπο διαμονής του τέκνου και γ) να αποφασίσει διαφορετικά, ιδίως να κατανείμει την άσκησή της μεταξύ των γονέων ή να την αναθέσει σε τρίτον.

Επομένως, με το ισχύον δίκαιο, η διατήρηση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας στις περιπτώσεις ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, αλλά και της συμβίωσης, για την οποία έχει καταρτιστεί σύμφωνο με τις προβλέψεις του νόμου, όχι απλώς δεν αποτελεί τον κανόνα, αλλά είναι μία μόνο από τις επιλογές του δικαστή, που επιπροσθέτως τελεί υπό την προϋπόθεση της σχετικής συμφωνίας των συζύγων/ γονέων που συμβιώνουν. Η συμφωνία μάλιστα αυτή δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο , το οποίο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά -έχοντας ως γνώμονα το συμφέρον του τέκνου (άρ.1511 παρ.2 ΑΚ).

Βέβαια, στη θεωρία κρατεί η άποψη ότι δεν απαιτείται η προσφυγή στο δικαστήριο για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας μετά το διαζύγιο ή τη διάσταση , οπότε, ελλείψει αυτής, ο κανόνας της κοινής άσκησης, που υφίσταται και κατά τη διάρκεια του γάμου παραμένει σε ισχύ. Παρά ταύτα, στην πράξη, όπως όλοι γνωρίζουμε, στη συντριπτική πλειοψηφία των διαζυγίων, κατανέμεται μεταξύ των γονέων η άσκηση των επιμέρους λειτουργιών της γονικής μέριμνας, που είναι η επιμέλεια, η διοίκηση της περιουσίας και η εκπροσώπηση του τέκνου (άρ.1510 ΑΚ), δηλαδή εφαρμόζεται η λειτουργική κατανομή της γονικής μέριμνας.

Ο λόγος μη εφαρμογής του κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας στην πράξη είναι ότι στα μεν διαζύγια που εκδίδονται με αντιδικία, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, οι γονείς συνήθως διαφωνούν και για την άσκηση της γονικής μέριμνας και καταφεύγουν στο δικαστήριο και για τη ρύθμισή της, στα δε συναινετικά διαζύγια απαιτείται να προσκομιστεί έγγραφη συμφωνία των συζύγων για την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων (άρ.1441 ΑΚ) και τα συμφωνητικά αυτά πάγια ορίζουν ότι ‘η επιμέλεια θα ασκείται από τη μητέρα, δεύτερη από εμάς’ . Πρόκειται για τη διαιώνιση μιας δικηγορικής και δικαστηριακής πρακτικής, η οποία βασίζεται στην αντίληψη ότι η μητέρα είναι ο κατάλληλος γονέας για να αναθρέψει τα παιδιά, που αποτελεί κατάλοιπο του διαχωρισμού των φύλων και αναπαραγωγή του παραδοσιακού ρόλου της γυναίκας, η οποία είναι υπεύθυνη για τα του οίκου, όπως προβλεπόταν στο προϊσχύσαν δίκαιο.

Με άλλα λόγια, αυτό που παρατηρείται στην πράξη είναι ότι οι δικηγόροι ακολουθούν την πεπατημένη κι επομένως οι διάδικοι θεωρούν ότι αυτή είναι η πρόβλεψη του νόμου (: η ανάθεση της επιμέλειας στον ένα γονέα) και πάντως δεν ενημερώνονται επαρκώς ότι μπορούν να συμφωνήσουν και για την κοινή άσκηση της επιμέλειας. Τα δε δικαστήρια, παρόλο που οφείλουν να ελέγχουν αν οι συμφωνίες των συζύγων εξυπηρετούν το συμφέρον του παιδιού , περιορίζονται στο να τις επικυρώνουν σε κάθε περίπτωση, αφού άλλωστε ο έλεγχός τους είναι σε μεγάλο βαθμό ανέφικτος, δεδομένου ότι κατά τη διαδικασία έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου δεν προσάγονται μάρτυρες .

Το πρόβλημα είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 1518 παρ.1 ΑΚ, ‘η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του’. Κατά συνέπεια, ο γονέας που έχει την επιμέλεια παίρνει μόνος όλες τις αποφάσεις που αφορούν την ανατροφή κι εκπαίδευση του παιδιού, ενώ ο άλλος, που ασκεί από κοινού τις λοιπές λειτουργίες της γονικής μέριμνας, όπως ορθά έχει επισημανθεί, ‘περιορίζεται σε τυπική παρουσία’ . Αν λάβουμε υπόψη δε ότι το παιδί σπανίως διαθέτει περιουσία ικανή να αποτελέσει αντικείμενο ‘διοίκησης’, και ότι οι περιπτώσεις που χρειάζεται η εκπροσώπησή του έναντι τρίτων είναι μάλλον περιορισμένες, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η ‘εξουσία’ του γονέα που ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια είναι απόλυτη.

Αυτό σημαίνει όμως ότι το παιδί εκτίθεται στον κίνδυνο αυθαίρετης άσκησης της επιμέλειάς του από τον ένα γονέα , ενώ ταυτόχρονα στερείται ουσιαστικά τις φροντίδες του άλλου γονέα.

2. Η χαμένη ευκαιρία για την κατοχύρωση της ‘συνεπιμέλειας’

Αυτή την μη ικανοποιητική κατάσταση επρόκειτο να ανατρέψει το νομοσχέδιο, που παραδόθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης το περασμένο καλοκαίρι. Σύμφωνα με αυτό, ο κανόνας της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας -στο σύνολό της- διατηρούνταν και στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης των γονέων. Και οι δύο γονείς θα συνέχιζαν να είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή των τέκνων τους, αφού ο γονέας που θα διέμενε με το παιδί (το ποιος θα αποφασιζόταν με κοινή συμφωνία των συζύγων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου) θα αποφάσιζε μόνος του μόνο για τα θέματα της καθημερινότητας του παιδιού: το ντύσιμο, το φαγητό του κλπ, ενώ όλες οι σημαντικές αποφάσεις : για την εκπαίδευση, την υγεία του κ.ο.κ. θα λαμβάνονταν και από τους δύο γονείς από κοινού .

Με τον τρόπο αυτό, το παιδί όχι μόνο θα προστατευόταν από αυθαίρετες αποφάσεις του ενός γονέα, που πλήττουν το δικαίωμά του σε ανατροφή και από τους δύο γονείς, όπως είναι η μονομερής απόφαση για αλλαγή κατοικίας, που με το σημερινό status quo συνηθέστατα εγκρίνεται και δεν ανατρέπεται από τα δικαστήρια, ακόμη και όταν προφανέστατα προσβάλλει το δικαίωμα του παιδιού σε επικοινωνία με τον άλλο γονέα -αφού το δικαίωμα επιμέλειας πάγια θεωρείται ότι υπερισχύει εκείνου της επικοινωνίας – αλλά θα συνέχιζε να απολαμβάνει τις υπεύθυνες φροντίδες και των δύο γονιών του, όπως ακριβώς και πριν διαρραγεί ο νομικός δεσμός μεταξύ των τελευταίων.

Το πόσο θετικές επιπτώσεις θα είχε η ουσιαστική παραμονή και των δύο γονέων στη ζωή ενός παιδιού, που βιώνει ήδη το τραύμα του διαζυγίου ή της διάστασης των γονέων του (και της λύσης του συμφώνου συμβίωσης, αντίστοιχα) είναι κάτι που έχει προκύψει αβίαστα από τις εισηγήσεις της πρώτης συνεδρίας και δεν θα απασχολήσει περαιτέρω την παρούσα.

Το ότι με μια τέτοια ρύθμιση, επιτέλους, με καθυστέρηση πάρα πολλών ετών, η χώρα μας θα ακολουθούσε στις διεθνείς εξελίξεις τις χώρες της βορειοδυτικής Ευρώπης [Αγγλία και Ουαλία (1989), Γαλλία (1993), Γερμανία (1997) και, πρώτη απ’όλες, τη Σουηδία (1975, με μεταρρύθμιση του 1998)], που έχουν καταστήσει σαφές ότι ο χωρισμός των γονέων δεν επηρεάζει την άσκηση της γονικής μέριμνας , ότι ο γονέας παραμένει γονέας και μετά τη λύση της συμβίωσης και ότι δεν υπάρχει κανείς λόγος να στερηθεί το παιδί το δικαίωμά του σε ανατροφή και από τους δύο γονείς του, επειδή λύθηκε ο νομικός δεσμός μεταξύ των τελευταίων , θα αναλυθεί εκτενέστερα σε εισήγηση που θα ακολουθήσει.

Στο σημείο αυτό, θα περιοριστώ να επισημάνω, ότι αυτή η εξέλιξη -η διατήρηση του κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας και μετά την ανώμαλη εξέλιξη της σχέσης των γονέων- είναι η μόνη συνεπής με το καθήκον που επιβάλλει στη χώρα μας η ΔΣΔΠ (με το άρθρο 4 της οποίας τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν όλα τα απαραίτητα νομοθετικά μέτρα για την εφαρμογή των σε αυτή αναγνωρισμένων δικαιωμάτων) και ότι αυτή η επιθυμητή μεταβολή μπορεί να επιτευχθεί μόνο εφόσον το παιδί είναι η προτεραιότητά μας και μένουμε σταθεροί στη θεώρησή του ως υποκειμένου δικαιωμάτων.

Δυστυχώς, όμως, η Πολιτεία δεν επέδειξε την απαιτούμενη δέσμευση στην ιδεολογία των δικαιωμάτων του παιδιού και, υπό την έντονη πίεση φεμινιστικών φορέων , απέσυρε τις σχετικές ρυθμίσεις πριν την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, το οποίο ψηφίστηκε χωρίς αυτές και αποτελεί πλέον τον ν.3719/2008, που προαναφέρθηκε. Έτσι, όμως χάθηκε μια πολύτιμη ευκαιρία για την κατοχύρωση του δικαιώματος του παιδιού σε ανατροφή και από τους δύο γονείς, προκειμένου για τα παιδιά εκείνα, η έννομη σχέση των γονέων των οποίων εξελίχθηκε ανώμαλα.

3. Γονική μέριμνα παιδιών γεννημένων χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης των γονέων τους

Όσον αφορά τα παιδιά που γεννιούνται σε ελεύθερη ένωση των γονέων τους, η κατοχύρωση του δικαιώματός τους σε ανατροφή και από τους δύο γονείς, από τις διατάξεις του εσωτερικού μας δικαίου, είναι ακόμη πλημμελέστερη.

Για τα παιδιά αυτά, η εξομοίωση με τα τέκνα που είναι γεννημένα σε γάμο (και τώρα πλέον σε σύμφωνο συμβίωσης), την οποία επαγγέλλεται το άρ.1484 ΑΚ, που ορίζει ότι «σε περίπτωση αναγνώρισης … αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς…» επέρχεται πλήρως μόνο όταν ακολουθεί γάμος μεταξύ των γονέων τους (άρ.1473 ΑΚ) . Άλλως, ελλείψει δηλαδή του επιγενόμενου γάμου, ο νόμος ορίζει διαφορετικά, και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ.1515 ΑΚ, η γονική μέριμνα ανήκει στη μητέρα. Ο πατέρας αποκτά γονική μέριμνα στην περίπτωση αναγνώρισης του τέκνου, δεν την ασκεί όμως παρά μόνο υπό προϋποθέσεις.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί η διάκριση μεταξύ του λειτουργήματος και της άσκησης της γονικής μέριμνας. Το λειτούργημα είναι η δυνατότητα να είναι ο γονέας φορέας της γονικής μέριμνας, χωρίς όμως να μπορεί να επωμισθεί τα καθήκοντα και να ασκήσει τα δικαιώματα, που απορρέουν από αυτή. Επομένως, για τον γονέα σημασία έχει το να ασκεί τη γονική μέριμνα και όχι απλώς να αναγνωρισθεί ως φορέας της και φυσικά αυτό είναι το σημαντικό και για το παιδί, από την οπτική των δικαιωμάτων του οποίου εξετάζουμε τις σχετικές ρυθμίσεις.

Οι προϋποθέσεις για την άσκηση της γονικής μέριμνας και από τον πατέρα διαφοροποιούνται, σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο (άρ.1515 ΑΚ), στην περίπτωση της εκούσιας απ’ό,τι σε αυτή της δικαστικής αναγνώρισης. Στην πρώτη περίπτωση, αν έπαψε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει (για πραγματικό ή νομικό λόγο), τότε ασκείται από τον πατέρα, ενώ και σε κάθε άλλη περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την άσκησή της και σε αυτόν, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου. Έως πρόσφατα, ο νόμος όριζε ότι αυτό μπορεί να συμβεί, ‘ιδίως αν συμφωνεί η μητέρα’. Ο πρόσφατος όμως ν.3719/08 απάλειψε την προϋπόθεση αυτή, χωρίς ωστόσο η μεταβολή αυτή να μπορεί να κριθεί ως ιδιαίτερης σημασίας, δεδομένου ότι στη θεωρία ήδη γινόταν δεκτό ότι η συγκατάθεση της μητέρας δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση της σχετικής απόφασης .

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσθήκη -πάντα με τον ίδιο νόμο- της δυνατότητας άσκησης της γονικής μέριμνας, ‘αν υπάρχει συμφωνία των γονέων κατά το άρθρο 1513 ΑΚ’. Στο νομοσχέδιο που είχε παραδοθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ήταν σαφέστατο ότι η συμφωνία αυτή των γονέων αρκούσε να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, κι επομένως πράγματι απλοποιούσε τη διαδικασία για την άσκηση της γονικής μέριμνας και από τον πατέρα. Αυτό οφειλόταν στο ότι το προταθέν άρθρο 1513 του αρχικού νομοσχεδίου τροποποιούσε το ισχύον, προβλέποντας την ενώπιον συμβολαιογράφου συμφωνία των γονέων για τη διαμονή του παιδιού. Με την απόσυρση όμως της σχετικής ρύθμισης ήδη πριν την κατάθεση του νομοσχεδίου ενώπιον της Βουλής, το άρθρο 1513 ΑΚ, στο οποίο η νέα ρύθμιση του 1515 ΑΚ παραπέμπει, εξακολουθεί να προβλέπει ότι η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίζεται από το δικαστήριο.

Πρόκειται ασφαλώς περί παραδρομής, ωστόσο θα πρέπει να περιμένουμε για να δούμε πώς η θεωρία και ιδίως η νομολογία θα ερμηνεύσουν στο μέλλον τη διάταξη αυτή, αν βέβαια δεν ακολουθήσει μια διορθωτική ενέργεια της νομοθετικής εξουσίας. Εάν θεωρηθεί ότι η παραπομπή αφορά συμφωνία εκφρασμένη ενώπιον του δικαστηρίου, όπως συνάγεται άμεσα με την γραμματική ερμηνεία της διάταξης, τότε είναι προφανές ότι η βελτίωση είναι ελάχιστη και συνίσταται στο ότι ενόψει συμφωνίας των γονέων το δικαστήριο φαίνεται πια να δεσμεύεται στην ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας και στον πατέρα.

Όσον αφορά την ‘περίπτωση της δικαστικής αναγνώρισης, στην οποία αντιδίκησε ο πατέρας, αυτός δεν ασκεί γονική μέριμνα ούτε αναπληρώνει τη μητέρα στην άσκησή τη’, εκτός αν υπάρχει συμφωνία των γονέων κατά το άρθρο 1513.’ Η εξαίρεση αυτή που προστέθηκε με τον προαναφερόμενο νόμο 3719/2008 θα αποτελούσε πραγματικά θετική εξέλιξη, εάν δεν ανέκυπτε σχετικά το πρόβλημα που αναπτύχθηκε αμέσως πιο πάνω, όσον αφορά τη διάσταση ανάμεσα στην πρόθεση της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής και στον ψηφισμένο νόμο.

Κατά τα λοιπά, η διάταξη του 1515 παρ.3 β’ εδ. ΑΚ παραμένει αμετάβλητη, δηλαδή το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας και στον πατέρα που αντιδίκησε στη δίκη αναγνώρισης του τέκνου του, ‘εάν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου, …εφόσον έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας, ή αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους ή υπάρχει συμφωνία των γονέων’. Η τελευταία βέβαια πρόβλεψη, μετά την τροποποίηση του ν.3719/08, καταλήγει πλέον να επαναλαμβάνει τη διατύπωση του α’ εδαφίου, για τη συμφωνία των γονέων.

Από τα πιο πάνω γίνεται εμφανές ότι οι προβλέψεις του εσωτερικού μας δικαίου για τη γονική μέριμνα των τέκνων, που έχουν γεννηθεί σε ελεύθερη ένωση των γονέων τους, εισάγουν διάκριση μεταξύ των γονέων με βάση το φύλο, και παρεμποδίζουν -θέτοντας μια σειρά ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων για την άσκηση της γονικής μέριμνας από τον πατέρα- το δικαίωμα του παιδιού σε ανατροφή και από τους δύο γονείς από τη γέννησή του.

Η αιτιολογία που προβλήθηκε για τη διαφορετική μεταχείριση των παιδιών αυτών ήταν ότι οι γονείς τους κατά κανόνα δεν ζούσαν μαζί και επομένως η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας θα ήταν δυσχερής . Αυτό ενδεχομένως να ίσχυε το 1983, όταν εισήχθη η σχετική ρύθμιση, σήμερα όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική, αφού πια το 5% των παιδιών στη χώρα μας γεννιούνται από γονείς που απλώς συμβιώνουν . Εξάλλου, και η διάκριση μεταξύ των πατέρων που εκούσια ή μετά από αντιδικία αναγνώρισαν το παιδί τους, παρόλο που φαίνεται να δικαιολογείται από το τεκμήριο αδιαφορίας των τελευταίων, που συνάγει ο νομοθέτης, δεν λαμβάνει υπόψη το ότι αντικείμενο της αντιδικίας ήταν μόνο τα πραγματικά περιστατικά της σύλληψης, καθώς και το ότι είναι αδύνατον να διακρίνει κανείς μεταξύ των πατέρων χωρίς να διακρίνει μεταξύ των παιδιών .

Γι’αυτό το λόγο άλλωστε, Κώδικες Οικογενειακού Δικαίου, όπως της Τσεχίας και της Σλοβακίας (άρ.34 παρ.1), αλλά και της Ουγγαρίας (άρ.72 παρ.1), όντας σε απόλυτη συμφωνία με τις προβλέψεις της ΔΣΔΠ κατοχυρώνουν την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας για όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως. Ενώ άλλοι, όπως της Ισπανίας (άρ.154&111) και της Πολωνίας (άρ.93 παρ.2), κατοχυρώνουν έστω για όσους εκούσια αναγνώρισαν το τέκνο την αυτόματη πάντως -χωρίς άλλες προϋποθέσεις- άσκηση της γονικής μέριμνας και του πατέρα.

Προς αυτή την κατεύθυνση επιβάλλεται να κινηθούμε κι εμείς, αν θέλουμε να εναρμονίσουμε πλήρως τη νομοθεσία μας προς τη ΔΣΔΠ.

Συμπέρασμα

Μόνο η καθιέρωση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας και από τους δυο γονείς, χωρίς καμία διάκριση με βάση την ύπαρξη ή μη και τη διατήρηση ή τη διακοπή του νομικού δεσμού μεταξύ των γονέων, χωρίς καμία διάκριση με βάση το φύλο των τελευταίων, και βέβαια με κατοχύρωσή της από το χρονικό σημείο της γέννησης του παιδιού -χωρίς την πρόβλεψη επιπρόσθετων προϋποθέσεων και διαδικασιών, θα καταστήσει πλήρη την απόλαυση του δικαιώματος σε ανατροφή και από τους δύο γονείς για όλα τα παιδιά στη χώρα μας.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

(*) Απομαγνητοφώνηση της εισήγησης της Δικηγόρου κας Μ. Μπλιάτη στην ημερίδα ΓΟΝ.ΙΣ “Πέρα από τα φύλα. Ζητήματα Ισότητας γονέων στην ανατροφή των Παιδιών” – Β’Θεματική Ενότητα. 2009-1-21

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *