Η τραγωδία του ελληνικού φεμινισμού

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΥ

 

 

Βασίλης Κων/νου Φούσκας*

 

 

 

     Δεν υπάρχει προοδευτική συνείδηση στο το κόσμο, είτε σοσιαλιστική είτε φιλελεύθερη, που να μην τρέφει τουλάχιστον συμπάθεια στο πολύμορφο και δίκαιο ιστορικό αγώνα των γυναικών ενάντια στη πατριαρχία και τα κυήματά της: μισθολογική και πολιτική ανισότητα, άνιση μεταχείριση, σεξισμός και διακρίσεις κάθε λογής, άσκηση βίας εναντίον των γυναικών μέσα κι έξω απ’ την οικογένεια, έλλειψη πρόνοιας για τις εργαζόμενες μητέρες και, γενικά, για γυναίκες χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων κλπ. Η συντηρητική συνείδηση, τουναντίον, προσβλέπει στη διατήρηση της κοινωνικής κατάστασης που επικρατεί, αν δεν οραματίζεται μια ρομαντική επιστροφή σε ένα καθαρά ανδροκρατικό παρελθόν «όπου τα πράγματα ήταν ακόμη καλύτερα»: οι γυναίκες έμειναν στο σπίτι να προσέχουν το παιδί και να φροντίζουν ότι έχει σχέση μ’ αυτό και το σπίτι, ενώ οι άντρες δομούσαν το πατριαρχικό πλέγμα εξουσίας τόσο στην ιδιωτική (μέσα στο σπίτι) όσο και την δημόσια σφαίρα (πολιτική και δικαιώματα).

Τα παραπάνω αποτελούν αυτονόητες λογικές προτάσεις στους κύκλους της Δυτικής – τουλάχιστον – διανόησης, όπου η ιστορική εμπειρία ανάπτυξης του καπιταλισμού συγκροτήθηκε επί τη βάσει μιας ισχυρής σχέσης κεφαλαίου-εργασίας στη κοινωνία, κι ενός ποιοτικά ισχυρού, ταξικού κράτους στη πολιτική. Η άρθρωση κράτους-κοινωνίας λάμβανε χώρα επί τη βάσει μιας κορπορατιστικής σχέσης μεταξύ φορέων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σχέση η οποία ανανεωνόταν διαρκώς μέσα από αγώνες. Δεν ήταν, και ούτε είναι έτσι, τα πράγματα στην ελληνική περίπτωση. Το ελληνικό κράτος, ιστορικά, είναι ένα υδροκέφαλο κράτος-εργοδότης, δηλαδή ποιοτικά ανίσχυρο (π.χ. σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας) και ποσοτικά και φορμαλιστικά/γραφειοκρατικά παντοδύναμο. Στόχος αυτού του σύντομου άρθρου είναι να καταδείξει τον ιστορικό τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος-εργοδότης, μέσω της ανυπαρξίας ενός μεγάλου ιδιωτικού τομέα και αυτόνομου κοινωνικού-φεμινιστικού ριζοσπαστισμού, εγκολπώνεται και γραφειοκρατικοποιεί το αδύναμο ελληνικό φεμινιστικό κίνημα μέσω των κομματικών του ελίτ, γεγονός που υποδηλώνει και τη τραγωδία του.

 

Μεσοπόλεμος και Μεταπολίτευση

 

Γνωστές μελέτες Ελλήνων ιστορικών και φεμινιστριών, όπως αυτές της Έφης Αβδελά, Ελένης Βαρίκα και Μάρως Παντελίδου-Μαλούτα, έφεραν στο προσκήνιο άγνωστες πτυχές του γυναικείου ζητήματος στην Ελλάδα, εντοπίζοντας την ανάπτυξή του το μεσοπόλεμο, τη εποχή που ο Βενιζελισμός, ως αποτυχημένος Δυτικοτραφής εθνικισμός, δικαιολογεί την ανάδυση μιας γυναικείας παρουσίας στα κοινά, στο όνομα των φιλελεύθερων αστικών αξιών. Η Ελληνίδα φεμινίστρια του μεσοπολέμου ήταν υψηλής μόρφωσης, αστή, συχνά φιλελεύθερη, αλλά και με σοσιαλιστικές επιρροές από τη πολιτική τάση Παπαναστασίου, χωρίς ποτέ να αγγίζει τα πλατιά λαϊκά στρώματα, την εργαζόμενη γυναίκα, τη νοικοκυρά, την άνεργη μητέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η δραστήρια πρόεδρος του γυναικείου συνδέσμου, Αύρα Θεοδωροπούλου (1880-1963), ήταν κριτικός και ιστορικός της μουσικής, καθηγήτρια πιάνου και σύζυγος του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, ο οποίος μετείχε ως υπουργός στις κυβερνήσεις του Βενιζέλου. Στο «κίνημα» δεν επιτρεπόταν να συμμετάσχουν αγρότισσες και εργάτριες, για παράδειγμα. Κοντολογής, ο ελληνικός φεμινισμός, σ’ αντίθεση μ’ αυτόν της Δύσης, δεν προήλθε αυτόνομα και ριζοσπαστικά από τη κοινωνία, αλλά από το επίσημο νεοελληνικό κράτος της ήττας του Σαγγάριου, την επίσημη Βενιζελική γραφειοκρατία. Αλλά πρόκειται και για κάτι άλλο.

 

Το «πρώτο κύμα» του ελληνικού φεμινισμού έρχεται από τη Δύση και όταν η Δύση – αλλά και η Ρωσία των μπολσεβίκων – άρχισε να επεξεργάζεται και να εφαρμόζει ήδη πιο προωθημένους συλλογισμούς, αυτό που ονομάστηκε «δεύτερο κύμα». Για παράδειγμα, οι αστές φεμινίστριες του μεσοπολέμου στην Ελλάδα έθεταν ζήτημα «εκλέγειν» – αλλά όχι και εκλέγεσθαι» – τη στιγμή που αυτό είχε λυθεί στη Δύση και είχε αντιμετωπιστεί θεωρητικά από το 19ο αιώνα, και τη στιγμή που φεμινίστριες του μπολσεβίκικου κόμματος έκαναν γυμνισμό στις παραλίες της Κριμαίας. Τώρα, το «δεύτερο κύμα» του ελληνικού φεμινισμού καταφθάνει επίσης αργοπορημένο, και ουσιαστικά συγκροτείται τη δεκαετία του 1980, πάλι αντιγράφοντας τις θεωρητικές αναζητήσεις των κινημάτων του 1968 στη Δύση, για να θεσμοποιηθεί πάλι με κατεύθυνση «από τα πάνω προς τα κάτω». Δεν είναι τυχαίο ότι η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών, η πρώτη μεταπολιτευτική, αυτόνομη και ριζοσπαστική γυναικεία οργάνωση, εμφανίζεται προσκείμενη στο ΚΚΕεσ, ενώ αρκετά αργότερα παίρνουν σάρκα και οστά η ΕΓΕ (Οργάνωση Γυναικών Ελλάδος) του ΠΑΣΟΚ και η ΟΓΕ (Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδος) του ΚΚΕ.

 

Πρόοδος και Συντήρηση

 

Η μεταρρύθμιση του ΠΑΣΟΚ του 1983 είχε αμέτρητες θετικές προεκτάσεις, αλλά αυτές θα πρέπει να ιστορικοποιηθούν για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος, που ήδη αναφέρθηκε, είναι ότι πρόκειται πάλι για ένα φεμινισμό που προωθεί μεταρρυθμίσεις «από τα πάνω», χωρίς έτσι ν’ αγγίζει τα πλατιά λαϊκά στρώματα και τις πραγματικές, κοινωνικές τους ανάγκες. Όπου κι όταν αυτό έγινε, αφορούσε μια παραπέρα ανάπτυξη του κράτους-εργοδότη, υπακούοντας σε πολιτικά συμφέροντα και ανάγκες αναπαραγωγής εκλογικής πελατείας και προ-εκλογικής συναίνεσης. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το 1983 έπρεπε να εξαρθρωθεί η νομική βάση της ανδροκρατίας (ο άνδρας ως κεφαλή της οικογένειας,  για παράδειγμα, καθόριζε για το αν θα πρέπει να εργαστεί η σύζυγός του ή όχι) και του άκρατου συντηρητισμού (π.χ. το θέμα της απαγόρευσης των αμβλώσεων).

 

Τελικά, η αξιόλογη προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ του 1983 δεν είχε συνέχεια. Οι θετικότητες της μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου το 1983 αφοπλίστηκαν από την ιστορική κίνηση του ελληνικού κράτους των κομμάτων, του πελατειακού συστήματος και της παραοικονομίας, δηλαδή της τάσης προς υπέρμετρη γραφειοκρατικοποίηση και απορρόφηση των κοινωνικών κινημάτων από το κράτος-εργοδότη και από την «αφανή» αγορά εργασίας. Σε αντίθεση με τη Δύση όπου οι τάσεις γραφειοκρατικοποίησης αποσοβούνταν ιστορικά μέσα από μια συνεχή αναζωογόνηση της σχέσης κοινωνίας πολιτών και πολιτικής κοινωνίας (συνεχείς διεκδικητικοί αγώνες, έντονος προβληματισμός και συζήτηση) με τη παραοικονομία να είναι κατά πολύ περιορισμένη, στην Ελλάδα το πελατειακό κράτος των κομμάτων έχει την πολιτική δυνατότητα να μετατρέπει ιστορικά επιτεύγματα σε συντηρητικό καθεστώς μέσα στη σχεσιοδυναμική «αφανή» αγορά/γραφειοκρατία/κράτος-εργοδότης. Πρόκειται ρητά για ένα μηχανισμό συναίνεσης. Εδώ, η ουσιαστική άρθρωση είναι μεταξύ μιας υπέρογκης και δυσκίνητης κρατικής γραφειοκρατίας και μεταξύ μιας κοινωνικής οικονομίας, της οποίας τουλάχιστον το 60% είναι αφανής (παραοικονομία, παράνομες/αδήλωτες οικονομικές δραστηριότητες). Έτσι, το 1983 είναι σήμερα, το 2009, ένα συντηρητικό καθεστώς προσώπων, νόμων, σχέσεων, πραγμάτων και, προπάντων, οργανωμένων πυρήνων πολιτικής και οικονομικής εξουσίας και συμφερόντων μέσα κι έξω από το μεταπολιτευτικό κράτος, το οποίο πάει πέρα από τα κόμματα καθαυτά.

Με τον όρο «γραφειοκρατικοποίηση του ελληνικού φεμινισμού» δεν εννοούμε την αύξηση του αριθμού γυναικών σε θέσεις διοικητικής ή νομοθετικής εξουσίας μέσα στο κράτος. Τουναντίον, η αύξηση της γυναικείας απασχόλησης στο κράτος και τη κοινωνία, και μάλιστα σε ηγετικές θέσεις, δρα εξισωτικά ως προς τα νέα δικαιώματα του πατέρα, αλλά και φυλετικών/κοινωνικών μειονοτήτων (φίλοι του ίδιου φύλου, μετανάστες, γηρατειά κλπ.) και γιαυτό πρέπει να επικροτείται, στο βαθμό που γίνονται συγκροτημένες προσπάθειες εκσυγχρονισμού και εισαγωγής προοδευτικής κουλτούρας τόσο της κρατικής μηχανής, όσο και ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Στην ουσία, με τον όρο αυτό, πάνω απ’ όλα, εννοούμε την υλική, ταξική διαπλοκή μερίδων και οικογενειών των πολιτικών ελίτ οι οποίες, ανεξαρτήτως κομματικού φορέα και ιδεολογίας, αλληλοϋποστηρίζονται και βασίζουν την μεσοαστική αναπαραγωγή της γενιάς τους στη διαιώνιση του δεδομένου θεσμικού πλαισίου, στην προκειμένη περίπτωση αυτού του 1983. Η γραφειοκρατικοποίηση του ελληνικού φεμινισμού μέσω της αξεδιάλυτης διαπλοκής κόμματος και δομημένων φεμινιστικών ταυτοτήτων μέσα στο κράτος ήταν συνέπεια, όπως προαναφέραμε, της υδροκέφαλης ιστορικής ανάπτυξης του κράτους σε σχέση με αυτή της κοινωνίας και του ιδιωτικού κεφαλαίου. Αλλά τούτη η γραφειοκρατικοποίηση αποδεικνύεται πολύ πιο ισχυρή και διακλαδωμένη στην αργόσυρτη και διεφθαρμένη κρατική μηχανή του μεταπολιτευτικού κράτους, παρά αυτή της προηγούμενης φάσης του μεσοπολέμου, που είχε, ούτως ή άλλως, αποδιαρθρωθεί με τον εμφύλιο πόλεμο και τις κοινωνικοπολιτικές του συνέπειες. Οι φεμινιστικές ιδέες στην Ελλάδα οι οποίες και έχουν παρακμάσει με το να έχουν γίνει συντηρητικός θεσμός αναπαραγωγής κρατικών/υλικών προνομίων, ρυθμίζουν το νομικό καθεστώς του 1983 ανεξάρτητα με πιο κόμμα βρίσκεται στη κυβερνητική εξουσία. Αυτό, βεβαίως, συμβαίνει λόγω της διαπλοκής και της απομύζησης σειράς κρατικών και Ευρωπαϊκών κονδυλίων και της συναίνεσης που επιτυγχάνεται όχι απλά από το άλλο φύλλο, αλλά από την όλη ταξική διάρθρωση μιας κρατικής κάστας, της «κάστας του κεκτημένου του 1983», με την τεράστια παραοικονομία. Τι είναι αυτό που εκθέτει ανεπανόρθωτα τη φεμινιστική γραφειοκρατία στην Ελλάδα;

 

«Καθεστώς 1983» – Η Βασίλισσα Είναι Γυμνή

 

Το πρώτο και βασικότερο είναι η απόλυτη ταύτισή της με τη παρωχημένη ανδροκρατία, ειδικά στο θέμα των δικαιωμάτων του παιδιού σήμερα. Όπως απέδειξε περίτρανα το «πάγωμα» του νομοσχεδίου Χατζηγάκη την άνοιξη του 2008, ο επίσημος ελληνικός κρατικός φεμινισμός συνεχίζει να εγκαλεί τη μητέρα ως μια υπερφυσική, όσο και μεταφυσική, οντότητα με αποκλειστικά σχεδόν αστικά δικαιώματα πάνω στο παιδί, λόγω ακριβώς αυτής της μεταφυσικής/υπερφυσικής ιδιότητας. Ποιος ή ποια είπε ότι «η βιολογία δεν καθορίζει και τα δικαιώματα»? Κι όμως, αυτό προβλήθηκε ως δικαιολογία εναντίωσης του νομοσχεδίου από σειρά «προοδευτικών» οργανώσεων, καθώς και το ότι «το νομοσχέδιο δεν συμβαδίζει με τα ήθη και τα έθιμα της ελληνικής κοινωνίας». Από μια άποψη, αυτό το τελευταίο είναι ορθό. Συμβαδίζει, ωστόσο, θα έπρεπε να προσθέσουν, με την άποψη της πατριαρχίας και του πατέρα ως  «bred-winner», του μόνου αποδέκτη απολαβών έναντι παρεχόμενης μισθωτής ή άλλης εργασίας, απολαβές που επαρκούν για την αναπαραγωγή της οικογένειας και αυτού του ίδιου. Σ’ αυτή τη συνάφεια, όταν ο «bred-winner» μείνει άνεργος και αρχίσει να μεθάει τα βράδια, θα δικαιολογείται και η άσκηση βίας επί της συζύγου του. Ακριβώς εκεί οδηγεί η λογική της «βιολογίας και των εθίμων», στην αναπαραγωγή της διάκρισης «δημόσιου» και ιδιωτικού», με όλα τα αρνητικά, σεξιστικά παράγωγά της.

 

Η περίπτωση του νομοσχεδίου Χατζηγάκη, επίσης, αποδεικνύει την ορθότητα της ανάλυσής μας για το δομικό χαρακτήρα του συντηρητικού, πλέον, «καθεστώτος 1983», με τους κομματικούς μηχανισμούς όλων – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – των πολιτικών και κοινωνικών σχηματισμών να μην μπορούν να επιβάλλουν μια μεταρρύθμιση προοδευτική, η οποία σε τελική ανάλυση υπαγορευόταν από τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδος ως προς τον ΟΗΕ και την ΕΕ. Βέβαια, εκλογικοί υπολογισμοί και η  οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ έπαιξαν κάποιο ρόλο. Η ουσία όμως παραμένει. Οι πτυχές αυτών των προβλημάτων ήταν γνωστές πριν αρχίσουν οι προπαρασκευαστικές διαδικασίες έγκρισης μέσα στο κρατικό μηχανισμό του κόμματος της Δεξιάς. Το νομοσχέδιο «πάγωσε», γεγονός πρωτοφανές για κάποια πολιτική ελίτ που θέλει να λέει ότι διαχειρίζεται σοβαρά τις υποθέσεις ενός σοβαρού Ευρωπαϊκού κράτους, μετά απ’ την αντίσταση που παράθεσε το «καθεστώς 1983».

 

Τέλος, το «καθεστώς 1983» αποτυγχάνει παταγωδώς να διαβάσει τις νέες κοινωνικές τάσεις στη χώρα, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τα κύματα μεταναστών, ξένης και ανειδίκευτης εργατικής δύναμης, της αύξουσας τάσης γέννησης παιδιών εκτός γάμου, της μίξης των λαών και των εθνοτήτων, το ζήτημα των ομόφυλων ζευγαριών και των αστικών τους δικαιωμάτων κλπ. Με άλλα λόγια, το «καθεστώς 83» συμβαδίζει εδώ με το λεγόμενο «όπιο του λαού», τις απόψεις της ορθοδοξίας, έτσι όπως το 1986 αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι και οι φεμινίστριες κατακεραύνωναν αυτούς κι αυτές που ήταν ενάντια στην άμβλωση.  Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο που χρήζει μνείας.

 

Το 1952 ήταν οι μετεμφυλιακές κεντροδεξιές κυβερνήσεις της Ελλάδας που προώθησαν τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών. Αυτό το έκαναν απρόθυμα κι όχι επειδή το ήθελαν ή το πίστευαν. Το έκαναν κάτω από την πίεση του διεθνούς παράγοντα, κυρίως του ΟΗΕ. Το 2008, ούτε ο ΟΗΕ ούτε και η ΕΕ μπόρεσαν να σπάσουν το «καθεστώς 1983», κάτι που επίσης ενισχύει τη θέση μας, ότι δηλαδή η φεμινιστική γραφειοκρατία που χτίστηκε τη δεκαετία του 1980 στην Ελλάδα αποτελεί ένα πολύπλοκο φαινόμενο με πλείστα οικονομικά και πολιτικά διακυβεύματα, πολλά περισσότερα απ’ αυτά που εδραίωσε ο Βενιζελισμός στο κράτος του μεσοπολέμου. Και είναι αυτό που τη καθιστά «νούμερο 1» εχθρό της προοδευτικής συνείδησης, γυναικών και ανδρών, στην Ελλάδα.

 

Συμπερασματικά

 

Η τραγωδία του επίσημου φεμινιστικού (κατ’ ευφημισμό) κινήματος στην Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι η ιστορική τραγωδία της ίδιας της Ελλάδας ως κοινωνικού σχηματισμού στις παρυφές της αναπτυγμένης Δύσης: αυτό που φαντάζει ως πρόοδος για την Ελλάδα και υιοθετείται θεσμικά, έχει ήδη γίνει παρελθόν για τη Δύση, τόσο θεωρητικά όσο και ιστορικά. Η αργοπορία αυτή της ελληνικής κοινωνίας και κράτους αντανακλάται ευθέως στον ιστορικό τύπο ανάπτυξης του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, τις συντηρητικές μορφές που εξέλαβε η (γραφειο)κρατικοποίησή του ειδικά τη μεταπολίτευση, και από το θεσμικό πλαίσιο του 1983 πίσω απ’ το οποίο καλύπτονται οι άσπονδοι θεματοφύλακες κάθε λογής ιδεολογίας περί «ισότητας» και «ισονομίας». Το νομοσχέδιο Χατζηγάκη έδειξε τη γύμνια του επίσημου φεμινισμού του «καθεστώτος 1983». Όπως η σιωπή και η ηθική αγνότητα στα μοναστήρια, έτσι και με τους θεματοφύλακες της «ισότητας»: αυτή δεν υπάρχει παρά μόνο στα χαρτιά. Στη πράξη, οι σεξιστικές δηλώσεις των «φεμινιστριών» κατά του νομοσχεδίου Χατζηγάκη και αποφάσεις των δικαστηρίων μιλάν από μόνες τους. Ο πατέρας δεν έχει ίσα δικαιώματα ως προς το παιδί του, ακριβώς επειδή είναι «αρσενικός». Άρα η συν-επιμέλεια (joint custody, equal parental rights) θεωρείται εξ ορισμού αδύνατη. Πρόκειται για μεσαίωνα.

Φεμινισμός, κοινωνική τάξη, πολιτικό κόμμα κλπ., είναι ιστορικές κατηγορίες. Αυτό που ήταν προοδευτικό το 1983, δεν είναι κατ’ ανάγκη προοδευτικό το 2009, ειδικά μέσα στο πλαίσιο του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Έτσι, αυτοί κι αυτές που εναντιώνονται στη μεταρρύθμιση των αρχαϊκών πτυχών του οικογενειακού δικαίου σήμερα δεν είναι παρά η ανίερη συμμαχία μιας παρωχημένης ανδροκρατίας κι ενός παρωχημένου φεμινισμού, οι οποίοι αμφότεροι αντλούν υλικά, ταξικά προνόμια από μια κρατική μηχανή την οποία απομυζούν. Κι αυτά γίνονται εις βάρος του Έλληνα εργαζόμενου και της χειραφετημένης Ελληνίδας εργαζόμενης, που εργάζονται νόμιμα για να ζουν αξιοπρεπώς.

 

* Ο Βασίλης Κων/νου Φούσκας είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά και μέλος του συλλόγου «ΓΟΝΙΚΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ Αττικής».

Απόψεις Επισκεπτών ( 1 )

  1. Κατερίνα Χαιρέτη

    Κύριε Φούσκα, είμαι απολύτως σύμφωνη με τη θέση σας, ότι πατέρας και μητέρα έχουν τα ίδια απολύτως δικαιώματα σε σχέση με τα παιδιά, όπως και παντού αλλού.

    Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *