Σχολιασμός των απόψεων της κας Λαδοπούλου

 
 
Άρθρο του Κωστα Λαδάκη, ιατρού Νευρολόγου
 
Στη δημόσια διαδικτυακή εκδήλωση της 18ης Δεκεμβρίου 2020 που διοργάνωσε η ένωση αστικολόγων υπήρξε παρέμβαση και από την παιδοψυχίατρο Συντονίστρια Διευθύντρια Ε.Σ.Υ., Δρα Κωνσταντία Λαδοπούλου.

 

 Σχολιάζοντας τις απόψεις της κας Λαδοπούλου, να επισημάνω ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει μία ισοπεδωτική εφαρμογή της αποκλειστικής επιμέλειας, τις συνέπειες της οποίας έχουμε βιώσει με πολύ οδυνηρό τρόπο. Μου κάνει λοιπόν εντύπωση το γεγονός ότι μια έμπειρη παιδοψυχίατρος αναφέρεται στις, κατά τη γνώμη της, αρνητικές συνέπειες της συνεπιμέλειας χωρίς να κάνει καμία απολύτως αναφορά στις ήδη υφιστάμενες αρνητικές συνέπειες της αποκλειστικής επιμέλειας. Ταυτόχρονα δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά στις θετικές συνέπειες της συνεπιμέλειας.

 

Μου προκαλεί επίσης εντύπωση ότι μία παιδοψυχίατρος χρησιμοποίησε κυρίως τον όρο συμφέρον του παιδιού, ο οποίος είναι ένας νομικός όρος και δεν αναφέρθηκε καθόλου στις συνέπειες που έχει στην ανάπτυξη του παιδιού ο, κατά κανόνα, αποκλεισμός του ενός γονέα από τη συμμετοχή του στην ανατροφή του παιδιού. Κατ’ αρχάς το ψυχικό συμφέρον του γονέα είναι σωστό να συντονίζεται με το ψυχικό συμφέρον του παιδιού. Όμως το μεγάλο πρόβλημα της σύγχρονης νομολογίας είναι ότι το δικαστικό μας σύστημα ταυτίζει τα συμφέροντα του πρωτεύοντα γονέα με τα συμφέροντα του παιδιού ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει τα συμφέροντα του δευτερεύοντα γονέα ως αντίθετα με τα συμφέροντα του παιδιού. Ουσιαστικά το δικαστικό μας σύστημα χρησιμοποιεί την ερμηνεία του συμφέροντος του παιδιού ως πρόσχημα για να επιτρέπει την καταπάτηση των δικαιωμάτων του δευτερεύοντα γονέα. Αυτό αποτελεί κακή άσκηση της εξουσίας που έχει ανατεθεί στο δικαστήριο, καθώς και κατάχρηση δικαιώματος που απαγορεύεται τόσο από την ΕΣΔΑ (άρθρο 17) όσο και από το Σύνταγμα των Ελλήνων (άρθρο 25 παρ.3). Το ουσιώδες της φυσιολογικής ανάπτυξης του παιδιού είναι οι υγιείς σχέσεις με τους γονείς και το περιβάλλον του και εν τέλει με το δικό του εσωτερικό κόσμο, ενώ η νομολογία που συχνά καταλήγει να προκαλεί τη διάσπαση αυτών των υγιών σχέσεων είναι αυτή που τελικά βλάπτει το παιδί, αφού έτσι προκαλεί και μια εσωτερική διάσπαση στο ίδιο το παιδί.

 

Διαφωνώ με την άποψη ότι η γονεϊκότητα είναι μόνο υποχρέωση του γονέα και έχω να επισημάνω ότι σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΔΣΔΠ) η γονεϊκότητα είναι ταυτόχρονα και καθήκον και δικαίωμα και υποχρέωση του γονέα (άρθρο 3 παρ.2 και άρθρο 5). Η αποκλειστική επιμέλεια καταργεί τη γονεϊκότητα του ενός γονέα και ουσιαστικά αφήνει το παιδί ορφανό. Όμως πρώτα και πάνω απ’ όλα η γονεϊκότητα είναι μία θεμελιώδης ψυχική λειτουργία που αφορά τόσο τους γονείς, όσο και το ίδιο το παιδί.

 

Συμφωνώ επίσης στο ότι το συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να εξατομικεύεται και να εξετάζεται κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση τι πραγματικά συμφέρει το συγκεκριμένο παιδί, αλλά με κύριο γνώμονα το ψυχικό συμφέρον του παιδιού. Ένα μεγάλο ήδη υπαρκτό πρόβλημα της τρέχουσας νομολογίας είναι ότι το δικαστικό μας σύστημα με έναν στερεότυπο, αυτοματοποιημένο, μηχανιστικό και ισοπεδωτικό τρόπο χορηγεί την υποχρεωτική αποκλειστική επιμέλεια, απαγορεύει την εναλλασσόμενη διαμονή, ενώ ο χρόνος που επιτρέπει να έχει το παιδί με το δευτερεύοντα γονέα του δεν είναι επαρκής ώστε αυτός να συμμετέχει ουσιαστικά στη φυσιολογική ανάπτυξη και ανατροφή αυτού του παιδιού. Η μοναδική συνεπιμέλεια  που αποδέχεται η σύγχρονη νομολογία είναι εντελώς προσχηματική, αφού επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που οι γονείς συμφωνούν και επομένως δεν έχουν καμιά ανάγκη έξωθεν παρέμβασης.

 

Κατά την άποψη μου η εξατομίκευση είναι πολύ περισσότερο αναγκαία στην αποκλειστική επιμέλεια από ότι στη συνεπιμέλεια. Και αυτό γιατί στην αποκλειστική επιμέλεια διασπά βίαια το δεσμό προσκόλλησης του παιδιού με τον έναν του γονέα, ενώ ταυτόχρονα παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα τόσο του παιδιού όσο και του γονέα. Γι’ αυτό η συνεπιμέλεια πρέπει να είναι ο κανόνας και η αποκλειστική επιμέλεια θα πρέπει να εφαρμόζεται κατ’ εξαίρεση και μόνον όταν ο ένας γονέας είτε είναι κακός είτε δεν επιθυμεί να ασκήσει την επιμέλεια.

 

Όσον αφορά τους κινδύνους της εναλλασσόμενης διαμονής θα ήθελα να επισημάνω ότι μια μορφή εναλλασσόμενης διαμονής ήδη εφαρμόζεται εντός του γάμου, όταν το παιδί διαμένει στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς ή όταν βρίσκεται στον βρεφονηπιακό σταθμό. Είναι παράδοξο να θεωρούνται ασφαλείς αυτού του είδους οι εναλλασσόμενες διαμονές και να θεωρείται επικίνδυνη για το παιδί η διαμονή στο σπίτι του γονέα του.

 

Η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα στο περιβάλλον, στον τρόπο ζωής και στο στυλ ανατροφής όπως την αντιλαμβάνεται η νομολογία μπορεί να διαμορφώ σει  δυσπροσαρμοστικά παιδιά. Επίσης η ανατροφή του παιδιού δεν είναι στυλ.

 

Οι γονείς που σκέπτονται, που αγαπούν και που φροντίζουν τα παιδιά, βάζοντας τις ανάγκες των παιδιών σε προτεραιότητα και όχι τις δικές τους ανάγκες και τα δικά τους δικαιώματα, σίγουρα δεν είναι οι γονείς που διεκδικούν την αποκλειστική επιμέλεια. Ο γονέας που πραγματικά ενδιαφέρεται για τη συνεπιμέλεια, είναι ο γονέας που είναι επαρκής και είναι ο γονέας που βάζει πάνω από όλα τις ανάγκες του παιδιού του.  

 

Ο ανασφαλής δεσμός του παιδιού με το γονέα του, είναι αποτέλεσμα της προσωπικότητας του γονέα και όχι της συνεπιμέλειας. Άλλωστε αυτός ο ανασφαλής δεσμός υπάρχει και σε άθικτες οικογένειες, δηλαδή και εντός του γάμου.

 

Η διατάραξη του δεσμού μεταξύ παιδιού και γονέα απειλείται πολύ περισσότερο από την αποκλειστική επιμέλεια από ότι από τη συνεπιμέλεια.

 

Για τις συνεχείς ρήξεις και τις συνεχόμενες απώλειες δεν ευθύνεται η συνεπιμέλεια. Στην Αυστραλία για παράδειγμα που εφαρμόζεται η συνεπιμέλεια «περίπου το 3% των χωρισμένων γονιών χρησιμοποιούν τα δικαστήρια για να κάνουν ρυθμίσεις ανατροφής (βασισμένο σε ένα δείγμα περίπου 6000 χωρισμένων γονέων περίπου 18 μήνες μετά το χωρισμό). Αυτές είναι κυρίως οικογένειες προσβεβλημένες από ενδοοικογενειακή βία, θέματα ασφάλειας του παιδιού και άλλα σύνθετα θέματα». Επομένως στις «κανονικές» οικογένειες η συνεπιμέλεια μειώνει θεαματικά τη σύγκρουση, ενώ ταυτόχρονα το παιδί δεν βιώνει απώλειες.

 

Η γονεοποίηση των παιδιών είναι άσχετη με τη συνεπιμέλεια και επιπλέον είναι ένα επίσης πρόβλημα της αποκλειστικής επιμέλειας. Ειδικά στις περιπτώσεις που το παιδί στρέφεται εναντίον του δευτερεύοντα γονέα συνεπεία της συνεχούς «πλύσης εγκεφάλου» που προκαλεί ο πρωτεύων γονέας. Τα παιδιά είναι ήδη στο μέσο μιας κακώς εννοούμενης δικαιοσύνης. Το να  επιβάλλεται στο παιδί να επιλέξει τον έναν γονέα και ταυτόχρονα να απορρίψει τον άλλο, από μόνο του, αποτελεί κακοποίηση του παιδιού.

 

Η αναγκαιότητα των αρμόδιων τοπικών κοινωνικών υπηρεσιών δεν εξαρτάται από τη συνεπιμέλεια, αλλά αντίθετα οι υπηρεσίες αυτές χρειάζονται ακόμα περισσότερο στην αποκλειστική επιμέλεια αφού εκεί ο πρωτεύων γονέας μπορεί να κάνει ότι θέλει, ενώ στη συνεπιμέλεια ο ένας γονέας μπορεί να εποπτεύει τον άλλο. Μέχρι τώρα δεν έχουν συσταθεί δικαστικές κοινωνικές υπηρεσίες. Πως γίνεται και απονέμεται η αποκλειστική επιμέλεια χωρίς κοινωνικές υπηρεσίες και δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η συνεπιμέλεια για τον ίδιο λόγο;

 

Για την ύπαρξη μελετών που χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν θα διαφωνήσω. Η μόνη σύγχρονη μελέτη που έχει «επιστρατευτεί» κατά της συνεπιμέλειας είναι αυτή της Buchanan (2008) και μάλιστα έχουν παρερμηνευτεί σκόπιμα τα συμπεράσματα της. Αντιθέτως η ανασκόπηση και μετα-ανάλυση από τη Nielsen (2018) 60 μελετών, από τις οποίες οι 19  συμπεριελάμβαναν και οικογένειες με σύγκρουση μεταξύ των γονέων, έδειξε ότι η συνεπιμέλεια υπερέχει της αποκλειστικής επιμέλειας.

 

Η κα Λαδοπούλου είπε ότι «η υποχρεωτική συνεπιμέλεια, η υποχρεωτική κατανομή του χρόνου και κυρίως η εναλλασσόμενη διαμονή μας βρίσκουν αντίθετους» χρησιμοποιώντας πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Δεν γνωρίζω ποιους εννοεί, αλλά η από κοινού ανατροφή των παιδιών επιβάλλεται από το άρθρο 18 της Διεθνούς Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΔΣΔΠ) η οποία σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας της Παιδοψυχιατρικής Εταιρείας Ελλάδος-Ένωσης Ψυχιάτρων Παιδιών και Εφήβων «αποτελεί θεμελιώδη κώδικα αναφοράς για την δέουσα αντιμετώπιση των παιδιών και την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους σε διαφορετικά πολιτιστικά πλαίσια». Άλλωστε τα συμπεράσματα της επιστήμης, είναι αυτά που άλλαξαν τον τρόπο που σκέπτεται ο σύγχρονος άνθρωπος και που οδήγησαν στη θεσμοθέτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Η έννοια του συμφέροντος του παιδιού έχει υποστεί μια τεράστια διαστρέβλωση από το δικαστικό μας σύστημα και τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται, αποκλειστικά και μόνο, για να δικαιολογηθεί η καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η επιστήμη δεν επιτρέπεται να εγκλωβίζεται μέσα σε κοινωνικά ή νομολογιακά στερεότυπα που παραβιάζουν τις Διεθνείς Συνθήκες των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.  

 

Κώστας Λαδάκης, ιατρός νευρολόγος

 

 

 

Σύμφωνα με την κα Λαδοπούλου:

 

«Υπάρχουν ανησυχίες για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, την ισόχρονη και εναλλασσόμενη διαμονή και το υποχρεωτικό μοίρασμα του χρόνου κατά τον 1/3 κατ’ ελάχιστον. Τα δικαιώματα γονέων διαχωρίζονται από τα δικαιώματα παιδιών. Η γονεϊκότητα δεν είναι δικαίωμα αλλά υποχρέωση προς το παιδί. Το συμφέρον του παιδιού κάτι πολύ γενικό και θα πρέπει να εξατομικεύεται και να εξετάζεται κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση τι πραγματικά συμφέρει το συγκεκριμένο παιδί. Η υποχρεωτική συνεπιμέλεια, η υποχρεωτική κατανομή του χρόνου και κυρίως η εναλλασσόμενη διαμονή μας βρίσκουν αντίθετους. Τα παιδιά των διαζυγίων είναι ήδη ταλαιπωρημένα από έναν κακό γάμο και από το διαζύγιο, βρίσκονται σε μια κατάσταση ψυχικής ευαλωτότητας, θα πρέπει οπωσδήποτε να τα προφυλάξουμε από επιπλέον κινδύνους κυρίως αυτών της εναλλασσόμενης διαμονής και της υποχρεωτικής κατανομής της επιμέλειας. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από τους δύο γονείς πάντοτε, αλλά από δύο γονείς που τα σκέπτονται, που τα αγαπούν, που τα φροντίζουν, βάζοντας τις ανάγκες των παιδιών σε προτεραιότητα και όχι τις δικές τους ανάγκες και τα δικά τους δικαιώματα. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από σταθερότητα, από προβλεψιμότητα στο περιβάλλον, στον τρόπο ζωής, στο στυλ ανατροφής. Τα παιδιά έχουν ανάγκη να έχουν σταθερό δεσμό με τους γονείς και όχι αυτός ο δεσμός να γίνεται ανασφαλής και να διαταράσσεται. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από έναν κόσμο που να τους εμπνέει εμπιστοσύνη, όχι από συνεχείς ρήξεις, από συνεχόμενες απώλειες, από μία πραγματικότητα εναλλασσόμενη και συχνά χαοτική στην οποία τα ίδια θα αναγκάζονται συνεχώς να προσαρμόζονται. Και επειδή τα παιδιά των διαζυγίων βρίσκονται σε μια σύγκρουση αφοσίωσης αγαπάνε και τους δύο γονείς, δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν κανέναν από τους δύο γονείς, υπάρχει ο κίνδυνος με τις καινούργιες αυτές διατάξεις, πραγματικά να βρεθούν στο μέσο μιας κακώς εννοούμενης δικαιοσύνης τα δικαιώματα των γονέων, μιας κακώς για εμάς τους ειδικούς της ψυχικής υγείας εννοούμενης δικαιοσύνης και ισότητας στο χρόνο και έτσι τελικά αντί τα παιδιά να είναι τα παιδιά που παίρνουν τη φροντίδα, τα ίδια να βρεθούν σε μία κατάσταση να θέλουν δίκαια και αυτά υπό το βάρος μιας απόφασης δικαστηρίου να είναι δίκαια και προς τους δύο γονείς και αντί να έχουμε την κατάσταση της φροντίδας εκ μέρους των γονέων, τα παιδιά να γονεοποιούνται και να φροντίζουν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των γονέων. Αυτά είναι πάρα πολύ σημαντικά πράγματα και θα πρέπει πολύ να ληφθούν σοβαρά υπόψη, όπως θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι τα παιδιά των διαζυγίων ή της διάστασης των οικογενειών, τα παιδιά που βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση θα πρέπει να προστατεύονται με κάποιον τρόπο και να προστατεύονται αλλά και να ελέγχεται το πως ακριβώς ζούνε και να ελέγχονται και οι ίδιοι οι γονείς διότι και για την κατάσταση στη Σουηδία που αναφέρθηκαν ορισμένες μελέτες σουηδικές οι οποίες έχουν δει το φως της δημοσιότητας, στη Σουηδία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά και οι αρμόδιες τοπικές κοινωνικές υπηρεσίες ελέγχουν εγκρίνουν και επανελέγχουν και επιτηρούν κάθε απόφαση των γονέων σε σχέση με τη μέριμνα των παιδιών τους. Αυτές οι μελέτες υπάρχουν στο διαδίκτυο όλων των ειδών οι μελέτες και ο καθένας μπορεί να τα χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν. Αν υπήρχαν προοπτικές μελέτες σε βάθος χρόνου. Το να μετρήσουμε ένα σύμπτωμα σε δύο ομάδες παιδιών δεν λέει τίποτα, αν υπήρχαν αυτές οι μελέτες σε βάθος χρόνου προφανώς και θα είχε εφαρμοστεί η υποχρεωτική συνεπιμέλεια. Για την Ελβετία που γνωρίζω επειδή εκεί έχω κάνει την ειδίκευση μου ….. το συμφέρον του παιδιού στην προκειμένη περίπτωση, ανάλογα με τις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των γονέων, τα χαρακτηριστικά της οικογένειας και ένα σωρό άλλους παράγοντες».

 

Απόψεις Επισκεπτών ( 1 )

  1. Γεώργιος Τέλλος

    Πόσο πιο συμπαγής ο λόγος και η γραφή του κ. Λαδάκη έναντι της κα. Λαδοπούλου!

    Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *